Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής [1] που ασκεί και αναπτύσσει, με γνώμονα το κοινό συμφέρον, συμβάλλει στην αρμονική ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου για τα κράτη-μέλη της. Η κοινή αυτή πολιτική στο πλαίσιο και της υφιστάμενης τελωνειακής ένωσης [2] «διαμορφώνεται βάσει ενιαίων αρχών, ιδίως όσον αφορά τις μεταβολές δασμολογικών συντελεστών, τη σύναψη δασμολογικών και εμπορικών συμφωνιών σχετικά με τις ανταλλαγές εμπορευμάτων και υπηρεσιών, και τις εμπορικές πτυχές της διανοητικής ιδιοκτησίας, τις άμεσες ξένες επενδύσεις, την ενοποίηση των μέτρων ελευθέρωσης, την πολιτική των εξαγωγών και τα μέτρα εμπορικής άμυνας, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέτρα που λαμβάνονται σε περιπτώσεις ντάμπινγκ και επιδοτήσεων.» [3]. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θεσπίζουν τα μέτρα για τον καθορισμό του πλαισίου της κοινής εμπορικής πολιτικής με την έκδοση κανονισμών.
Η έννοια του dumping (ντάμπινγκ)
Η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου ως επακόλουθο της παγκοσμιοποίησης ανέδειξε την αδήριτη ανάγκη για θεσμοθέτηση κανόνων και δη μέτρων, τα οποία θα διαμορφώσουν ένα σύστημα κανόνων διεθνούς εμπορικού δικαίου, το οποίο θα διασφαλίζει στα υποκείμενά του ίσους όρους συμμετοχής, ενώ στην περίπτωση που διαπιστωθούν πρακτικές που εμπεριέχουν αθέμιτα στοιχεία θα νομιμοποιεί τους αποδέκτες αυτών να «αντιδρούν» λαμβάνοντας μέτρα αμυντικού χαρακτήρα έναντι των τρίτων αυτών χωρών [4]. Τα μέτρα αυτά μπορούν να συνίστανται σε δασμούς anti-dumping (αντιντάμπινγκ), αντισταθμιστικούς δασμούς [5] [6] ή και άλλου είδους δασμολογικούς φραγμούς, αλλά ακόμη και πάσης φύσεως μέτρα, τα οποία θα στοχεύουν στην αντιμετώπιση των εμποδίων στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες.[7]
Μορφή αθέμιτης εμπορικής πρακτικής (ιδιωτικής) στο διεθνές εμπόριο συνιστά η πρακτική dumping, η οποία, κατά τον κλασικό ορισμό του Jacob Viner, είναι η «διάκριση τιμών μεταξύ εθνικών αγορών» [8] [9], ήτοι όταν το προϊόν ενός κράτους εισέρχεται στην αγορά ενός άλλου (εθνική-αλλοδαπή αγορά) σε τιμή χαμηλότερη της κανονικής αξίας [10] [11] ενός ομοειδούς προϊόντος [12]. Μάλιστα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο VI § 1 της GATT (General Agreement on Tariffs and Trade) [13] του 1994 [14], το dumping «είναι καταδικαστέο εάν προκαλεί ή απειλεί να προξενήσει σοβαρή ζημία [15] σε εγχώριο κλάδο παραγωγής ενός συμβαλλόμενου μέρους ή εφόσον επιβραδύνει ουσιωδώς τη δημιουργία εγχώριου κλάδου παραγωγής» [16], παρέχοντας τότε τη δυνατότητα στο αλλοδαπό θιγόμενο κράτος να αντιδράσει έναντι της αθέμιτης αυτής πρακτικής μέσω της επιβολής μέτρων anti-dumping ως αντιστάθμισμα [17]. Σημειωτέον ότι οι λόγοι για τους οποίους ένας εξαγωγέας επιλέγει να υιοθετεί αυτή την επιχειρηματική πρακτική διαφέρουν ανάλογα με το είδος του dumping που ασκεί [18], με κυριότερο κίνητρο αυτό που αποτελεί και τη ratio του Δικαίου του Αντιντάμπινγκ, δηλαδή την λεγόμενη «ληστρική πρόθεση» ή «ληστρική διατίμηση» (predatory intent or predatory pricing) [19], κατά την οποία ο παραγωγός στοχεύει να εξαλείψει πλήρως τον ανταγωνισμός στην ξένη αγορά και εν συνεχεία να αποκτήσει σημαίνουσα θέση σε αυτήν (significant market power), που θα του επιτρέψει στο άμεσο μέλλον να ανεβάσει τις τιμές σε μονοπωλιακά επίπεδα, πραγματοποιώντας κατά αυτόν τον τρόπο ληστρικά κέρδη.
Ωστόσο, για να είναι το dumping προσοδοφόρο για τον εξαγωγέα θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις [20]: α) οι αγορές στις οποίες γίνεται πράξη η εν λόγω πρακτική θα πρέπει να είναι διακεκριμένες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η επανεισαγωγή του προϊόντος στην αγορά της χώρας προέλευσης, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε κατάργηση του dumping, αφού το επανεισαχθέν φθηνό προϊόν θα επηρέαζε με τη σειρά του προς τα κάτω τις τιμές στην χώρα καταγωγής, β) η ελαστικότητα της ζήτησης (price elasticity of demand) στην χώρα εισαγωγής θα πρέπει να είναι τόσο μεγάλη, ώστε οι καταναλωτές να δείξουν άμεση ανταπόκριση στο εισαγόμενο προϊόν, ενώ παραλλήλως η ζήτηση στην χώρα προέλευσης θα πρέπει να είναι ανελαστική (inelastic demand), ώστε να δύναται ο παραγωγός να διατηρεί τις τιμές εκεί υψηλές και γ) η διάρθρωση της επιχείρησης που ασκεί το dumping να είναι τέτοια, ώστε η οριακή πρόσοδος (MR) που αποκομάται από τα εξαγόμενα προϊόντα να καλύπτει το οριακό κόστος (MC) παραγωγής αυτών, καθώς σε διαφορετική περίπτωση η άσκηση του dumping παύει να είναι επικερδής.
Στις περιπτώσεις αυτές, άμυνα κατά των εισαγωγών που συνιστούν αντικείμενο dumping εκ μέρους τρίτων χωρών αποτελεί η επιβολή ενός δασμού anti-dumping, ο οποίος μπορεί να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο dumping, όταν η θέση του σε κυκλοφορία μέσα στην κοινοτική αγορά προκαλεί ζημία [21].
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 [22]
Ο βασικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εμπορική άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο αθέμιτης πρακτικής dumping εκ μέρους τρίτων χωρών εκτός ΕΕ είναι ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 [23], όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2017/2321 [24] και (ΕΕ) 2018/825 [25], σε συνδυασμό και με τον κατ’ εξουσιοδότηση πλέον πρόσφατο κανονισμό (ΕΕ) 2020/1173 [26].
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2016/1036 τέσσερις είναι οι προϋποθέσεις από την σωρευτική πλήρωση των οποίων εξαρτά η κοινοτική νομοθεσία την σύννομη επιβολή μέτρων anti-dumping στις εισαγωγές ενός προϊόντος, και συγκεκριμένα:
i. την διαπίστωση της ύπαρξης πρακτικής dumping, στην περίπτωση που η τιμή εξαγωγής ενός προϊόντος στην ΕΕ είναι χαμηλότερη από την κανονική του αξία (άρθρο 2 καν. (ΕΕ) 2016/1036),
ii. την ύπαρξη σημαντικής ζημίας (material injury) (άρθρο 3 καν. (ΕΕ) 2016/1036) στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος (άρθ. 2 καν. (ΕΕ) 2016/1036),
iii. την ύπαρξη αιτιώδους συνάφεια μεταξύ του dumping και της σημαντικής ζημίας (προοίμιο (11) καν. (ΕΕ) 2016/1036), και
iv. την εκτίμηση ότι το κοινοτικό συμφέρον επιβάλλει την λήψη μέτρων εμπορικής άμυνας και δη ότι τα εν λόγω μέτρα anti-dumping δεν θα πρέπει να αντίκεινται στο συμφέρον της ΕΕ, υπό την έννοια ότι η ζημία που θα υποστεί η συνολική οικονομία της ένωσης λόγω των μέτρων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ανακούφιση που θα επέλθει στον κλάδο παραγωγής ο οποίος θίγεται από τις εισαγωγές (άρθ. 21 καν. (ΕΕ) 2016/1036).
Κατ’ άρθρο 5§1 του καν. (ΕΕ)2016/1036 η έναρξη της έρευνας για τη διαπίστωση της ύπαρξης, της έκτασης και των επιπτώσεων των τυχόν εικαζόμενων πρακτικών dumping προϋποθέτει είτε γραπτή καταγγελία, η οποία υποβάλλεται προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή προς ένα κράτος-μέλος, το οποίο εν συνεχεία με τη σειρά του την διαβιβάζει προς αυτήν, εκ μέρους ή για λογαριασμό των παραγωγών του σχετικού προϊόντος στην ΕΕ, είτε και χωρίς προηγούμενη υποβολή καταγγελίας με την κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκ μέρους ενός κράτους μέλους επαρκών αποδεικτικών στοιχείων που κατέχει, σχετικά με το dumping και τη ζημία που αυτό προκαλεί στην ενωσιακή βιομηχανία. Τέλος, υπό ειδικές περιστάσεις η Επιτροπή δύναται να κινεί έρευνα για το dumping αυτεπαγγέλτως (άρθ. 5 § 6 καν. (ΕΕ) 2016/1036).
Σημειωτέον ότι κάθε καταγγελία θα πρέπει να περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με το dumping, τη ζημία καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που υποτίθεται ότι αποτελούν αντικείμενο dumping και της υποτιθέμενης υφιστάμενης ζημίας, κατά τα αναλυτικά οριζόμενα στο άρθρο 5 § 2 καν. (ΕΕ) 2016/1036, ενώ για την προστασία των εμπιστευτικών επιχειρηματικών δεδομένων (προοίμιο (28) καν. (ΕΕ) 2016/1036) θα πρέπει να υποβάλλονται δύο εκδοχές της καταγγελίας, ήτοι η «εμπιστευτική εκδοχή» και η «μη εμπιστευτική εκδοχή», όπου η μεν πρώτη θα είναι διαθέσιμη μόνο για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ασχολούνται άμεσα με την υπόθεση, ενώ στην τελευταία πρόσβαση θα μπορούν να αποκτούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μετά την έναρξη της έρευνας (άρθ. 5§11, 6§3, 8§4 και 19§1,2 καν. (ΕΕ) 2016/1036).
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν κρίνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή και πλήρη, εκκινεί τη διαδικασία έρευνας εντός 45 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας και δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση στην «Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», στην οποία κατονομάζονται το προϊόν και οι χώρες που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας, παρουσιάζονται περιληπτικά οι ληφθείσες πληροφορίες και ορίζεται ότι όλα τα συναφή στοιχεία θα πρέπει να κοινοποιηθούν σε αυτήν. Η Επιτροπή έρχεται σε επαφή και ενημερώνει τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους καθώς και τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας(άρθ. 5§11 καν. (ΕΕ) 2016/1036), ενώ ζητά από γνωστούς κατασκευαστές να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια που τους αποστέλλει εντός αυστηρής προθεσμίας 30 ημερών (άρθ. 6 § 2 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Μάλιστα, όταν είναι μεγάλος ο αριθμός των ενδιαφερόμενων μερών, ήτοι των καταγγελλόντων, των εξαγωγέων ή των εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η Επιτροπή δύναται να περιορίσει την έρευνά της σε εύλογο αριθμό ενδιαφερόμενων μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, διενεργώντας την έρευνά της με τη χρήση δειγματοληψιών που να ανταποκρίνονται στις αρχές της στατιστικής και λαμβάνοντας ως βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της επιλογής, είτε εναλλακτικώς η έρευνα περιορίζεται στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο καθίσταται εφικτό να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου (άρθ. 17 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Η εν λόγω έρευνα διάρκειας επτά μηνών και με δυνατότητα παράτασης ενός μήνα, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, περ. 4 του τροποποιητικού καν. (ΕΕ) 2018/825 συνιστά το προκριματικό στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από το οποίο καθίσταται δυνατή η επιβολή προσωρινών μέτρων από την Επιτροπή κατά της τρίτης χώρας (προοίμιο (2, 13, 14, 17, 22, 31, 32) και άρθ. 7, 8, 10, 11, 14, 18, 20, 21 και 23 του καν. (ΕΕ) 2016/1036).
Όταν μετά τη διεξαγωγή της ανωτέρω έρευνας διαπιστωθεί από την Επιτροπή η ύπαρξη πρακτικής dumping (προοίμιο (2, 9) του καν. (ΕΕ) 2016/1036) τότε μπορεί να επιβληθούν μέτρα anti-dumping στις εισαγωγές του οικείου προϊόντος στην ΕΕ, τα οποία παραμένουν σε ισχύ μόνο για όσο χρόνο και στην έκταση που χρειάζεται για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του dumping (άρθρ. 11 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να έχουν τη μορφή (α) δασμού κατ’ αξία, δηλαδή βάσει του ποσοστού της αξίας εισαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος, (β) ειδικών δασμών, που θα ορίζουν μια σταθερή τιμή ανά μονάδα προϊόντος, είτε (γ) ανάληψης υποχρεώσεων ως προς τις τιμές, με την υποχρέωση του εξαγωγέα να τηρεί τις ελάχιστες τιμές εισαγωγής (άρθ. 8 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Να σημειωθεί ότι σε περίπτωση επιβολής από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων, αυτά μπορούν να ισχύουν για το μέγιστο διάστημα των έξι μηνών, ενώ εν συνεχεία αν επακολουθήσουν οριστικά μέτρα, αυτά μπορούν να παραμείνουν σε ισχύ για πέντε έτη από την επιβολή τους (άρθ. 11§ 2 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Μάλιστα, δυνατή υπό ορισμένες συνθήκες είναι και η επανεξέταση των ισχυόντων μέτρων (άρθ. 11§ 2-8 και 13§ 4 καν. (ΕΕ) 2016/1036)
Μετά την παρέλευση της πενταετίας, τα μέτρα παύουν να ισχύουν, εκτός εάν κατά την επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων διαπιστωθεί ότι, σε περίπτωση άρσης των μέτρων, το dumping και η σημαντική ζημία είναι πιθανό να συνεχιστούν ή να επαναληφθούν.
Τέλος, οι εισαγωγείς δύνανται να ζητούν πλήρη ή μερική επιστροφή των δασμών που καταβλήθηκαν, εφόσον αποδείξουν, ότι το περιθώριο ντάμπινγκ [27] που ελήφθη ως βάση για την καταβολή των δασμών, έχει εξαλειφθεί ή μειωθεί (προοίμιο (5,16,19) και άρθ. 2, 7§2, 8§1, 9§3,4,6, 11 §4,8 και 12§2 καν. (ΕΕ) 2016/1036).
Ο τροποποιητικός κανονισμός (ΕE) 2017/2321, με ισχύ από 17 Δεκεμβρίου του 2017, εισήγαγε μια μεθοδολογία υπολογισμού του dumping, η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις εισαγωγών από χώρες μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) [28] όταν υφίστανται σημαντικές στρεβλώσεις της αγοράς, οι οποίες συνιστούν επακόλουθο της παρέμβασης εκ μέρους των δημοσίων αρχών.
Συγχρόνως, οι κύριες αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/825, με ισχύ από τις 8 Ιουνίου 2018, είναι οι ακόλουθες:
(α) Τροποποίησε τον τρόπο εφαρμογής του επονομαζόμενου «κανόνα του χαμηλότερου δασμού» σε περιπτώσεις anti-dumping (προοίμιο (10) καν. (ΕΕ) 2018/825). Πιο συγκεκριμένα, πλέον, τα μέτρα anti-dumping που μπορεί να επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία σημαντικών στρεβλώσεων στην αγορά εξαγωγών για τις οικείες πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή του υπό εξέταση προϊόντος και υπό το πρίσμα ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι προς το συμφέρον του συνόλου της ΕΕ, μπορούν να εφαρμόζονται στο ύψος του συνόλου dumping (άρθ. 1 περ. 4,5,6 του καν. (ΕΕ) 2018/825), σε αντίθεση με το προϊσχύον ρυθμιστικό πλαίσιο, κατά το οποίο η Επιτροπή εδύνατο να επιβάλλει μέτρα ύψους μικρότερου από αυτό του συνόλου dumping, εφόσον το χαμηλότερο ποσό (το «περιθώριο ζημίας») αρκούσε για την εξάλειψη της ζημίας που είχε υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.
(β) Θέσπισε νέους κανόνες υπολογισμού της «μη ζημιογόνας τιμής». Στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη τόσο το κόστος των αναγκαίων επενδύσεων (έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας), όσο και οι μελλοντικές δαπάνες που σχετίζονται με κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα. Η μη ζημιογόνα τιμή προϋποθέτει το ελάχιστο κέρδος της τάξεως του 6 %, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον υπολογισμό, με το υψηλότερο δυνατό περιθώριο κέρδους κατά περίπτωση (άρθρο 1 περ. 4 του καν. (ΕΕ) 2018/825).
(γ) Θέσπισε την περίοδο της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, στη διάρκεια της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη έλαβαν πληροφορίες σχετικά με την επιβολή ή μη προσωρινών μέτρων τρεις εβδομάδες νωρίτερα, με παράλληλη υποχρέωση της Επιτροπής να επανεξετάσει κατά πόσον σημειώθηκε σημαντική αύξηση των εισαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου των τριών εβδομάδων της εκ των προτέρων γνωστοποίησης και κατά πόσον, η αύξηση αυτή, εάν σημειώθηκε, προκάλεσε πρόσθετη ζημία στους σχετικούς κλάδους παραγωγής της ΕΕ (προοίμιο (4, 25) και άρθ.1 περ. 4,6 και 9 καν. (ΕΕ) 2018/825).
(δ) Εισήγαγε την επιστροφή και διαγραφή των δασμών που εισπράχθηκαν κατά τη διεξαγωγή επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, στην περίπτωση που η επανεξέταση οδηγήσει στην περάτωση αυτών (άρθ. 1 περ. 4, 7, 10 καν. (ΕΕ) 2018/825).
(ε) Διευκολύνει την πρόσβαση του μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων (ΜΜΕ) στις έρευνες εμπορικής άμυνας, ιδρύοντας ένα ειδικό γραφείο υποστήριξης για τις ΜΜΕ σε ζητήματα εμπορικής άμυνας και δημιουργώντας έναν ειδικό διαδικτυακό τόπο για τις ΜΜΕ (άρθ. 1 περ. 2 του καν. (ΕΕ) 2018/825).
Τέλος, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2020/1173, με έναρξη ισχύος από 11 Αυγούστου 2020, τροποποιεί τη διάρκεια της περιόδου της εκ των προτέρων γνωστοποίησης από τρείς σε τέσσερις εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 για την επιβολή των προσωρινών δασμών (άρθ. 1 περ. 12 του καν. (ΕΕ) 2018/825 σε συνδυασμό με το άρθ. 1 §2 καν. (ΕΕ) 2020/1173).
Περιπτώσεις αθέμιτης πρακτικής dumping στην ενιαία αγορά της ΕΕ
Εκτός από τη συμμετοχή της στον ΠΟΕ, όπου από την ίδρυσή του το 1995 έως το 2018, η ΕΕ έχει συμμετάσχει σε 181 εμπορικές υποθέσεις, εκ των οποίων σε 97 ως ενάγουσα και σε 84 ως εναγόμενη, με την θέσπιση του ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου καταπολεμά μέσω του συσταθέντος δικαϊκού μηχανισμού της την αθέμιτη πρακτική του dumping των τρίτων χωρών στον ευρωπαϊκό χώρο.[29]
Στο ανωτέρω γράφημα αποτυπώνονται κατά μέσο όρο οι υποθέσεις εμπορικής άμυνας που εκκίνησε η ΕΕ για τις χρονικές περιόδους 2010-2020, οι οποίες εμφανίζουν αύξηση σε σύγκριση με τις χρονικές περιόδους 1999-2009, καθώς στην πρώτη περίπτωση εξετάσθηκαν κατά μέσο όρο 44 υποθέσεις ετησίως σε αντιδιαστολή με τις 40 κατά ετήσιο μέσο όρο υποθέσεις της προηγούμενης δεκαετούς περιόδου.
Ο βασικός αποδέκτης των δασμών antidumping της ΕΕ είναι η Κίνα. Τον Οκτώβριο του 2016, είχαν επιβληθεί δασμοί έναντι περισσότερων από 50 διαφορετικών κινεζικών προϊόντων, κυρίως αλουμινίου, ποδηλάτων, τσιμέντου, χημικών, κεραμικών, γυαλιού, χαρτιού, ηλιακών συλλεκτών και χάλυβα.[30]
Συνάμα, μόλις έναν χρόνο πριν και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη στην επιβολή επιπρόσθετων αμυντικών δασμών anti-dumping στις εισαγωγές των πηνίων και φύλλων από ανοξείδωτο χάλυβα θερμής έλασης (SSHR) κατά της Ινδονησίας, της Κίνας και της Ταϊβάν, της τάξεως του 7,5 έως 19%, μέτρα τα οποία στόχευσαν στην επανόρθωση των ζημιών στον θιγέντα κλάδο του Βελγίου, της Ιταλίας και της Φιλανδίας, διασώζοντας περί τις 200.000 θέσεις εργασίας στην βιομηχανία ατσαλιού. [31]
Τέλος, στο παρακάτω γράφημα και πίνακα εμφανίζονται αναλυτικά τα μέτρα antidumping καθώς και οι αντισταθμιστικοί δασμοί που έχουν ληφθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τρίτων χωρών κατά την χρονική περίοδο 2010-2020.
[1] Άρθρα 206 και 207 ΣΛΕΕ.
[2] Άρθρα 28 έως 33 ΣΛΕΕ.
[3] Άρθρο 207 § 1 ΣΛΕΕ.
[4] Άλλωστε όπως εύστοχα παρατηρεί ο Λ. Κοτσίρης «από άποψη διεθνούς διάστασης, ο ανταγωνισμός ως μη επιδεκτικός χωρικών συνόρων, αντιμετωπίζεται είτε μέσω εσωτερικών νομοθεσιών είτε σε επίπεδο διεθνές και παγκόσμιο».
Κοτσίρης, Λ., 2015. ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (ΑΘΕΜΙΤΟΥ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ-ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ). Θεσσαλονίκη: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ ΑΕ, σελ. 62.
[5] Πολλές κυβερνήσεις στοχεύοντας στην βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων των εγχώριων προϊόντων τους χορηγούν επιδοτήσεις σε συγκεκριμένες εθνικές οικονομικές μονάδες, με άμεση συνέπεια να αποκτούν αυτές πλεονεκτήματα στο διεθνή εμπορικό στίβο, με τρόπο που δεν βασίζεται σε θεμιτά ανταγωνιστικά μέσα. Τόσο το dumping, όσο και οι επιδοτήσεις έχουν ως αποτέλεσμα την απόκτηση πλεονεκτήματος στο διεθνές εμπόριο με μη ανταγωνιστικά μέσα. Ωστόσο το πλεονέκτημα αυτό στην τελευταία περίπτωση οφείλεται στην απευθείας παρέμβαση του κράτους σε κάποια τομέα της οικονομίας και όχι στην αθέμητη συμπεριφορά των εξαγωγέων, όπως συμβαίνει στην πρώτη περίπτωση. Μάλιστα, για την αντιμετώπιση των επιδοτήσεων αυτών, η GATT προβλέπει ότι η χώρα στην επικράτεια της οποίας εξάγονται τα επιδοτούμενα προϊόντα, επιτρέπεται να επιβάλλει αντισταθμιστικούς δασμούς, με σκοπό την αντιστάθμιση της επιδότησης και την εξισορρόπηση της ζημίας που προκαλείται στον εσωτερικό κλάδο παραγωγής.
Μπουχάγιαρ, Α., 2007. Η Αντιμετώπιση των Φορολογικών Διακρίσεων Ενδοτικές Συναλλαγές & Συναλλαγές Κρατών Μελών – Τρίτων Χωρών. Αθήνα: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, σελ. 583.
[6] Σημειωτέον ότι ένας αντισταθμιστικός δασμός μπορεί να επιβάλλεται για την εξουδετέρωση των συνεπειών μιας επιδότησης, η οποία έχει χορηγηθεί άμεσα ή εμμέσως για την κατασκευή, παραγωγή, εξαγωγή ή μεταφορά ενός προϊόντος, του οποίου η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μέσα στην αγορά προκαλεί ζημία. Επιδότηση θεωρείται ότι συντρέχει όταν σωρευτικά: α) παρέχεται χρηματοδότηση από δημόσιες αρχές ή από ιδιωτικό φορέα που ενεργεί κατ΄εντολήν τους (άμεση μεταφορά κεφαλαίων, φορολογικά κίνητρα, εγγύηση για δανεισμό κτλ) και β) με αυτόν τον τρόπο παρέχεται κάποιο όφελος.
Μούσης, Ν., 2003. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Δίκαιο - Οικονομία – Πολιτική. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, σελ. 495.
[7] Μπουχάγιαρ, Α., 2007. ό.π., σελ. 577.
[8] “Dumping is price discrimination between national markets”
Viner, J., 1923. Dumping: A Problem in International Trade. Chicago: The University of Chicago Press, page 3.
[9] Σημειωτέον ότι στον ανωτέρω ορισμό συμπεριλαμβάνεται και το «αντίστροφο ή αρνητικό ντάμπιγκ», κατά το οποίο η υψηλότερη τιμή είναι αυτή που χρεώνεται στην εξαγωγική αγορά. Ωστόσο, η μορφή αυτή δεν παραβιάζει τους κανόνες του διεθνούς εμπορικού συστήματος, καθότι δεν έχει αρνητικές επιδράσεις στις εξαγωγικές αγορές.
Κτενίδης, Ι., 1996. ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΑΘΕΜΙΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ Ο δικαστικός έλεγχος των μέτρων αντιντάμπινγκ και αντεπιδοτήσεων στην κοινοτική έννομη τάξη. Θεσσαλονίκη: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, σελ. 30-31.
[10] Ως κανονική νοείται η συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος στην χώρα εξαγωγής.
[11] Η κανονική αξία θεωρείται γενικώς ως η τιμή αγοράς του προϊόντος στη χώρα εξαγωγής. Η κανονική αξία βασίζεται καταρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής. Ωστόσο, εάν δεν υπάρχουν πωλήσεις, παρά μόνο ένας χαμηλός όγκος πωλήσεων, ή εάν οι πωλήσεις πραγματοποιούνται με ζημία στην εγχώρια αγορά, η κανονική αξία του προϊόντος υπολογίζεται συνήθως με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα εξαγωγής στο οποίο προστέθηκαν τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα, καθώς και τα κέρδη. Υφίστανται ειδικοί κανόνες για οικονομίες που υπόκειται σε μείζονες στρεβλώσεις.
[12] Ως «ομοειδές προϊόν» (“like” προϊόν) νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν το οποίο, αν και όχι όμοιο από κάθε άποψη, έχει χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν σημαντική ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος.
[13] Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ).
[14] Την οποία ρύθμιση υιοθετεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ρητώς αναφέρεται στο προοίμιο (2,3 και 20) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 και η οποία συνιστά εξαίρεση από τη ρήτρα του Μάλλον Ευνοούμενου Κράτους.
[15] Σημαντική ζημία συνιστά η εκτεταμένη ζημία στον υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της ΕΕ, όπως π.χ. απώλεια μεριδίου αγοράς, μείωση των τιμών ή/και μείωση κερδοφορίας και να συντελεί στην σοβαρή αρνητική εξέλιξη κάποιων από τους παράγοντες που τον συνθέτουν ή να καθυστερεί αισθητά τη δημιουργία ενός τέτοιου κλάδου.
Ο προσδιορισμός της ζημίας προϋποθέτει την εξέταση συγκεκριμένων στοιχείων όπως του όγκου των εισαγωγών, που αποτελούν αντικείμενο dumping, ιδίως όταν σημειώνουν σημαντική αύξηση, είτε σε απόλυτες τιμές, είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα, των τιμών των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο dumping, ιδίως για να καθοριστεί αν υπήρχαν πωλήσεις με τιμές σημαντικά χαμηλότερες από τις κανονικές σε σχέση με την τιμή ομοειδούς προϊόντος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, συμπίεση των τιμών ή εμπόδιση της εξέλιξής τους και των συνεπειών των προαναφερόμενων στοιχείων για τον οικείο κοινοτικό κλάδο παραγωγής και ιδιαίτερα στο επίπεδο της παραγωγής, των αποθεμάτων, των πωλήσεων, του μεριδίου αγοράς, της εξέλιξης των τιμών, του κέρδους κλπ.
Μπουχάγιαρ, Α., 2007. ό.π., σελ. 580-581.
[16] Άρθρο VI § 1 της GATT: «The contracting parties recognize that dumping, by which products of one country are introduced into the commerce of another country at less than the normal value of the products, is to be condemned if it causes or threatens material injury to an established industry in the territory of a contracting party or materially retards the establishment of a domestic industry».
[17] Γουργουρίνης, Α. και Μπερεδήμας, Α., 2018. Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο Το Δίκαιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Σε ΣΕΙΡΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ. Διεύθυνση σειράς Ρούκουνας, Ε. Αθήνα: ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, σελ. 75
[18] Το dumping με βάση τη διάρκεια και τα κίνητρα του παραγωγού-εξαγωγέα που το ασκεί διακρίνεται στις εξής κατηγορίες: i. το σποραδικό, το οποίο διενεργείται από τον παραγωγό προκειμένου να διαθέσει τα αποθέματα της παραγωγής του χωρίς να επηρεάσει τις τιμές του στην εσωτερική αγορά, ii. το διακεκομμένο ή βραχυχρόνιο, που διενεργείται για την επίτευξη εκ μέρους του παραγωγού της εισόδου του σε μια νέα ξένη αγορά ή για τη διατήρηση των δεσμών του με αυτήν και iii. το μακροχρόνιο ή διαρκές, το οποίο δημιουργεί για τον παραγωγό θετικές οικονομίες κλίμακας, επιτρέποντάς του ταυτόχρονα να διατηρεί τις τιμές στην εσωτερική αγορά.
Κτενίδης, Ι., 1996. ό.π., σελ. 31.
[19] Λιγότερο αθέμιτα κίνητρα συνιστούν η διάθεση του αποθέματος ενός παραγωγού λόγω υπερπαραγωγής, η παρεμπόδιση εγκατάστασης μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης, η απόκτηση πρόσβασης (είσοδος) στην αγορά της χώρας εισαγωγής, κατά την οποία μάλιστα η οικονομία της χώρας εισαγωγής επωφελείται καθόσον υποσκελίζονται οι ολιγοπωλιακές τάσεις λόγω της αύξησης του ανταγωνισμού στην εν λόγω σχετική αγορά προϊόντων.
[20] Κτενίδης, Ι., 1996. ό.π., σελ. 33.
[21] Μούσης, Ν., 2003. ό.π., σελ. 494.
[22] Ο οποίος κωδικοποίησε και αντικατέστησε τον καν. (ΕΕ) 2009/1225.
[23] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/el/TXT/?uri=CELEX%3A32016R1036
[24] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A32017R2321
[25]https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:32018R0825&from=EN
[26]https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:32020R1173&from=EL
[27] Ως περιθώριο ντάμπινγκ λογίζεται το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής. Όταν τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν, είναι δυνατό να καθορίζεται ένα μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ. (άρθ. 2 §12 καν. (ΕΕ) 2016/1036). Προκειμένου να καθοριστεί το περιθώριο dumping, θα πρέπει η «κανονική αξία» να συγκριθεί με την τιμή εξαγωγής, δηλαδή με την πραγματικά καταβληθείσα τιμή ή που πρόκειται να καταβληθεί για το προς πώληση στην ευρωπαϊκή κοινότητα προϊόν εξαγωγής. Όταν δεν υφίσταται τιμή εξαγωγής ή όταν πρόκειται για τιμή που εφαρμόζεται στο πλαίσιο μιας συνδεδεμένης επιχείρησης ή ενός συμψηφιστικού διακανονισμού μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή τρίτου προσώπου, η τιμή μπορεί να καθοριστεί και με βάση την τιμή με την οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλήθηκε για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή.
Μπουχάγιαρ, Α., 2007. ό.π., σελ. 579-580.
[28] World Trade Organization (WTO)
Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ) [1] αποτελεί στις σύγχρονες κοινωνίες έναν από τους πιο νευραλγικούς τομείς δράσης μιας επιχείρησης, καθότι η τελευταία καλείται να εξισορροπήσει επιτυχώς τη χρηματοοικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητά (sustainability) της (triple bottom line). [2] Ειδικότερα, από τις αρχές του 20ου αιώνα παρουσιάστηκε η ανάγκη ύπαρξης ενός ειδικού πλαισίου εταιρικής ευθύνης εξ αφορμής των ανησυχητικών αντικοινωνικών πρακτικών και της παραβίασης των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού που εφαρμοζόταν από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, [3] με την ευρύτητα του όρου να εμφανίζεται στον επιχειρηματικό κόσμο στις αρχές του 1970, [4] ότε και έγινε αντιληπτή η ανάγκη συστηματικής υιοθέτησης στρατηγικών εκ μέρους των επιχειρήσεων για τη διαχείριση της ΕΚΕ, [5] τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό περιβάλλον τους, υπό την έννοια ότι οι εταιρείες πλέον κρίνονταν όχι μόνον από τα χρηματοοικονομικά τους αποτελέσματα και την ποιότητα των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών τους, αλλά και επί τη βάσει των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιλογών τους. [6] [7]
Μάλιστα το 1979, ο Archie Carroll ισχυρίστηκε ότι οι επιχειρήσεις εκτός από οικονομική ευθύνη, έχουν επίσης νομική ευθύνη να τηρούν το νόμο και τους κανονισμούς, ηθική ευθύνη υπό την έννοια του να πράττουν ότι είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον και φιλανθρωπική ή διακριτική ευθύνη να συμπεριφέρονται δηλαδή ως επιχείρηση με την οπτική του ευσυνείδητου πολίτη, με την θέση του αυτή να απεικονίζεται το 1999 στη γνωστή και ως πυραμίδα των επιχειρηματικών ευθυνών του Carroll. (βλ. σχήμα 1). [8] Υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι η ΕΚΕ αποτελεί την απάντηση στην αδυναμία του Διεθνούς Δικαίου να επιβάλλει και να διασφαλίσει την τήρηση των θεμελιωδών κανόνων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος, καθώς και των εθνικών κρατών να ανταποκριθούν στην κοινωνική αποστολή τους, οπότε μέσω αυτής επιχειρούν να μετατοπίσουν το βάρος τους αυτό προς τις επιχειρήσεις. [9]
ΙΙ. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ - ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΕ [10]
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μόλις το 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει την Πράσινη Βίβλο [11] για την ΕΚΕ (COM, 2001, 366), [12] η οποία ορίζεται ως «η έννοια σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη» [13], ενώ ως ενδιαφερόμενα μέρη των επιχειρήσεων καθορίζονται οι υπάλληλοι, οι μέτοχοι, οι επενδυτές, οι καταναλωτές, οι δημόσιες αρχές και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ). Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι η ευρωπαϊκή προσέγγιση της επιχειρηματικής δράσης της ΕΚΕ κινείται σε εθελοντικό επίπεδο, μη δεσμευτικής ισχύος, επαφίοντας την υιοθέτηση και υλοποίησή της στην οικειοθελή πρόθεση των επιχειρήσεων. [14] Ειδικότερα, η ΕΚΕ εδράζει στην αρχή της αυτοδέσμευσης,[15] καθότι δεν επιβάλλεται ούτε σε επίπεδο αρχής, αλλ’ ούτε σε επιμέρους κανόνες δικαίου, πρόκειται δε για “soft law” και η υιοθέτηση ή μη των μέτρων κοινωνικής υπευθυνότητας [16] εναπόκειται στη βούληση των επιχειρήσεων. [17]
Το 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με Ανακοίνωσή της (COM, 2011, 681 final), που αφορούσε στην ανάληψη δράσεων για το διάστημα 2011-2014 χαρακτήρισε την ΕΚΕ ως την «ευθύνη των επιχειρήσεων για τον αντίκτυπό τους στην κοινωνία», ενώ προέβην και στη διεύρυνση του ορισμού της, αναφέροντας ότι οι δράσεις που υιοθετούν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ΕΚΕ θα πρέπει, πέραν των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, να εκτείνονται και σε ζητήματα δεοντολογίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δικαιωμάτων του καταναλωτή, με απότοκο αυτής την έκδοση της Οδηγίας 2014/95/ΕΕ. [18]
Σε διεθνές επίπεδο, το 2000 ιδρύεται το UN Global Compact (Οικουμενικό Σύμφωνο) [19] με πρωτοβουλία του Γ.Γ. του Ο.Η.Ε., με στόχο την ενθάρρυνση των επιχειρήσεων παγκοσμίως να υιοθετήσουν βιώσιμες και κοινωνικά υπεύθυνες πολιτικές, ιδίως στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της εργασίας, του περιβάλλοντος και της καταπολέμησης της διαφθοράς, σε μια προσπάθεια του Ο.Η.Ε. για την προώθηση του θεσμού της ΕΚΕ. Το ως άνω Οικουμενικό Σύμφωνο διέπεται από δέκα (10) αρχές, [20] οι οποίες βασίζονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), στη Διακήρυξη για τις Θεμελιώδεις Αρχές και Δικαιώματα στην Εργασία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) (1998), στη Διακήρυξη του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (1992) και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (2003), [21] ενώ σε αυτό προσχωρούν οικειοθελώς μεμονωμένα οι επιχειρήσεις, χωρίς αυτό να συνιστά κώδικα συμπεριφοράς ή σύστημα διοίκησής τους. [22]
Συνάμα, το 2011 επικυρώνονται οι Κατευθυντήριες Οδηγίες του ΟΟΣΑ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις, οι οποίες συνιστούν κατ’ ουσίαν ένα κώδικα καλής συμπεριφοράς για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, ο οποίος στοχεύει στην προώθηση της θετικής συμβολής των επιχειρήσεων στην οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική πρόοδο σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ παραλλήλως οι συμβαλλόμενες εθνικές κυβερνήσεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση ίδρυσης Εθνικών Σημείων Επαφής, τα οποία θα έχουν προωθητικό, καθοδηγητικό και διαμεσολαβητικό έργο. [23]
Τέλος, ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (International Organization for Standardization – ISO), ο οποίος εκδίδει εθελοντικά διεθνή πρότυπα σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2010 εισήγαγε το ISO 26000 «Οδηγό για την κοινωνική ευθύνη των οργανισμών», με στόχο την αποσαφήνιση της ΕΚΕ και την καθοδήγηση των επιχειρήσεων κατά την εφαρμογή της, το οποίο είχε αμιγώς καθοδηγητική λειτουργία,[24] ενώ το 2016 παρουσίασε το πιστοποιητικό ISO 37001, το οποίο αφορά στην παροχή προς τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις ενός προγράμματος συμμόρφωσης κατά της δωροδοκίας εναρμονισμένο με την 10η Αρχή του Οικουμενικού Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών.
ΙIΙ. ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ (STAKEHOLDERS) ΤΗΣ ΕΚΕ
Τα ενδιαφερόμενα μέρη ή συμμέτοχοι (stakeholders) (βλ. σχήμα 2) είναι οι αποδέκτες των δράσεων της ΕΚΕ, με αυτούς να είναι τόσο το μεμονωμένο άτομο, όσο και ομάδες ατόμων, οργανισμοί ή εταιρείες, που επηρεάζονται θετικά ή αρνητικά από τις εκδηλώσεις της ΕΚΕ από τις επιχειρήσεις. Αποτελούν δηλαδή το περιβάλλον, εσωτερικό ή εξωτερικό, το οποίο αλληλεπιδρά με την επιχείρηση και έχει αντίκτυπο σε αυτούς η εκάστοτε πολιτική που θα ακολουθήσει η επιχείρηση, συνιστώντας τους βασικούς δρώντες της ΕΚΕ. [25] Ειδικότερα, αφορά τους μετόχους, την ανώτατη διοίκηση και κατ’ εξοχήν τους εργαζομένους (εσωτερική διάσταση), οι οποίοι, μάλιστα, γίνονται αποδέκτες των σχετικών πρακτικών που υιοθετούνται σε ζητήματα ασφάλειας και υγιεινής, βελτίωσης του εργασιακού περιβάλλοντος, εργασιακής επιμόρφωσης και ανέλιξης, μέσω της επένδυσης της επιχείρησης στο ανθρώπινο δυναμικό της, καθώς και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων τους, με τους εργαζομένους να αντιμετωπίζονται από μια κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση ως πολίτες με δικαιώματα και υποχρεώσεις. [26]
Αφετέρου, οι τοπικές κοινότητες (εξωτερική διάσταση), οι οποίες εξαρτώνται οικονομικά από τις επιχειρήσεις, επηρεάζονται θετικά από την εταιρική κοινωνική υπευθυνότητα μιας επιχείρησης, αφού αυτή συμβάλλει καθοριστικά στην αύξηση της απασχόλησης και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των μελών τους, ενώ η ΕΚΕ διαχέεται και στους συναλλασσόμενους με αυτήν (εξωτερική διάσταση), όπως προμηθευτές, υπεργολάβους, επιχειρήσεις της εφοδιαστικής της αλυσίδας, μέλη δικτύων διανομής της, συνδεόμενες επιχειρήσεις, αλλά και καταναλωτές, με τους τελευταίους να επωφελούνται τόσο από την ποιότητα και ασφάλεια των προϊόντων της, όσο και από πλευράς ηθικών ευαισθησιών και συγκεκριμένα από την υιοθέτηση ορθών στάσεων και συμπεριφορών εκ μέρους των επιχειρήσεων σε ζητήματα κοινωνικής ευθύνης.[27] Τέλος, ενδιαφερόμενοι είναι και οι μελλοντικοί επενδυτές των επιχειρήσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα (εξωτερική διάσταση), καθότι μια επιχείρηση αδιάφορη ή ανεύθυνη είναι εκτεθειμένη σε μεγαλύτερους κινδύνους, γεγονός που μειώνει την ασφάλεια της επένδυσής τους σε αυτήν. [28]
Ωστόσο, ο τρόπος υλοποίησης της ΕΚΕ από τις επιχειρήσεις διαφοροποιείται ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται η κάθε επιχείρηση το θεσμό της ΕΚΕ. Με βάση αυτήν την αντίληψη, άλλες επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται την ΕΚΕ ως τη συμμόρφωσή τους προς το γράμμα του νόμου ή το πνεύμα της ισχύουσας νομοθεσίας, ενώ για άλλες ο θεσμός της ΕΚΕ γίνεται αντιληπτός ως μιας συμπεριφοράς εκ μέρους τους πέραν από τις οριζόμενες στο νόμο υποχρεώσεις τους, εξαντλούμενης όμως σε μια παθητική στάση (doing no harm), η οποία εκδηλώνεται συνήθως με την υιοθέτηση ενός κώδικα δεοντολογίας. Στον αντίποδα κινούνται οι πλέον «υπερευαισθητοποιημένες» επιχειρήσεις, οι οποίες υιοθετούν μια περισσότερο ενεργητική στάση (doing good), την οποία εκδηλώνουν με τη λήψη αποτελεσματικών πολιτικών και μέτρων, τα οποία στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών στους κρίσιμους τομείς και διατρέχουν όλη την εσωτερική της δομή και την εξωτερική της δράση. [29]
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ανάλογα με τις θεσμικές και πολιτικές παραδόσεις κάθε χώρας, καθώς και το ευρύτερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον της, διαφοροποιείται και το σημείο ενδιαφέροντος-ανάπτυξης των πτυχών της ΕΚΕ. [30] Έτσι, ενώ στις Η.Π.Α. και στο Ηνωμένο Βασίλειο δίνεται έμφαση στην εθελοντική εφαρμογή των «ηθικών» πρακτικών και μάλιστα υπό τη φιλανθρωπική μορφή της επιχειρηματικής δράσης, στο ευρωπαϊκό μοντέλο ΕΚΕ ως προς τη δομική του προσέγγιση παρατηρείται η υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων υποχρεωτικού χαρακτήρα για τα ΚΜ της Ε.Ε., όπως αποτυπώνει και η θεσμοθέτηση περί υποχρεωτικής υποβολής και δημοσίευσης συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με την ΕΚΕ των εταιρειών.
Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η ΕΚΕ στην εσωτερική της διάσταση αποτελεί μέρος των στρατηγικών και των στόχων της κάθε επιχείρησης και θα πρέπει να υιοθετηθεί από το σύστημα διοίκησής τους, ενώ ως προς την εξωτερική της διάσταση αυτή οδηγεί στη διείσδυση της επιχείρησης στην τοπική κοινότητα, εξασφαλίζοντάς της συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού. [31]
IV. Η ΤΡΙΜΕΡΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΕ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε Ανακοίνωσή της (COM, 2002, 347, σελ. 7) ανέφερε ότι η ΕΚΕ συνδέεται στενά με την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης (sustainable development) και εκ τούτου οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενσωματώνουν τον οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο στις δραστηριότητές τους. Συνεπώς, σε επίπεδο Ε.Ε. η ΕΚΕ έχει τρεις βασικές διαστάσεις, οι οποίες προέκυψαν από τον όρο Triple Bottom Line (TBL) [32] γνωστός και ως 3BL ή 3p’s (people, planet, profit) (βλ. σχήμα 3), ο οποίος περιλαμβάνει τους ως άνω αναφερόμενους πυλώνες ανάπτυξης μιας επιχείρησης και βάση αυτού θα πρέπει να αναπτύσσει τη στρατηγική της ΕΚΕ της. [33]
1.Κοινωνική διάσταση [34]
Η επιχείρηση συνιστά αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού συνόλου και όχι απλώς συνιστώσα του οικονομικού συστήματος, με την κοινωνική της διάσταση να αφορά τόσο στην πολιτική που εφαρμόζει ως προς τους ανθρώπινους πόρους της (εσωτερικό της περιβάλλον), όσο και ως προς το ευρύτερο κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή το εξωτερικό της περιβάλλον. Μια επιχείρηση έχουσα αναπτυγμένη την κουλτούρα της ως προς την ΕΚΕ της αντιμετωπίζει το ανθρώπινο δυναμικό της ως την κυρίαρχη παραγωγική εισροή της και ως έναν από τους σπουδαιότερους παραγωγικούς της πόρους, βελτιώνοντας το εργασιακό περιβάλλον της, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες, υψηλού επιπέδου ασφάλεια και υγεία, κίνητρα και ενθάρρυνση της επαγγελματικής κατάρτισης και ειδίκευσης των εργαζομένων της. Ως προς δε το εξωτερικό της περιβάλλον υιοθετεί κοινωνικές πολιτικές που οδηγούν σε μείωση την ανεργίας (unemployment), κατάργηση της παιδικής εργασίας, σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην εξάλειψη των στερεότυπων και των διακρίσεων, ενώ παράλληλα επιλέγει δράσεις τις οποίες πραγματώνει μέσω του marketing σκοπού (cause-related marketing) για την επίτευξη κοινωφελών ή κοινωνικών σκοπών, υποστηρίζει δράσεις που σχετίζονται με το εταιρικό κοινωνικό marketing (corporate social marketing) και προάγει την εταιρική φιλανθρωπία (corporate philanthropy), τον εταιρικό εθελοντισμό (community volunteering) και την παροχή χορηγιών.
2. Περιβαλλοντική διάσταση [35]
Μια ευαίσθητη κοινωνικά επιχείρηση προβαίνει στη λήψη μέτρων που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική διαχείριση του περιβαλλοντικού κεφαλαίου και των φυσικών πόρων, μέσω της μείωσης εκπομπής ρύπων και αποβλήτων εκ μέρους της με συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, εγκατάστασης και χρήσης καινοτόμου τεχνολογίας φιλικής προς το περιβάλλον, ανάληψης επενδύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και της υιοθέτησης μιας Ολοκληρωμένης Πολιτικής Προϊόντος (ΟΠΠ), καθώς και του εργαλείου αυτής, ήτοι του Οικολογικού Σχεδιασμού (ΟΣ).
3. Οικονομική Διάσταση [36]
Αποτελεί κοινό τόπο ότι η σύγχρονη βιώσιμη επιχειρηματική επιτυχία μιας επιχείρησης συνιστά απότοκο της διοίκησής της με έναν κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο, ο οποίος προωθεί την οικονομική της ανάπτυξη και αυξάνει το βαθμό ανταγωνιστικότητάς της έναντι των άλλων επιχειρήσεων. Ενέργειες που συγκεράζουν την οικονομική δραστηριότητα με την υπευθυνότητα σε θέματα περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευαισθησίας είναι η συμμετοχή των επιχειρήσεων σε τοπικές συμπράξεις, η χρηματοδότηση και ενθάρρυνση πρωτοβουλιών τοπικού χαρακτήρα, η τοποθέτηση κεφαλαίων σε κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις, όπως τα έργων υποδομών, η με κάθε μέσο διάχυση της τεχνολογίας και της καινοτομίας, καθώς και η λήψη μέτρων για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της δωροδοκίας μέσω της υιοθέτησης κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και αυστηρών μηχανισμών διαφάνειας, αλλά και της εγγραφής των εταιρειών σε χρηματιστηριακούς δείκτες δεοντολογικών αρχών.
V. CASE STUDY
Το 2007 η εταιρεία εμφιάλωσης νερού «ΧΗΤΟΣ Α.Β.Ε.Ε» επέλεξε στο πλαίσιο της ΕΚΕ της να εντάξει στη στρατηγική της μια νέα δράση αλληλεγγύης σε ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη, συνδέοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις πωλήσεις του προϊόντος της στην ελληνική αγορά με ένα σπουδαίο κοινωνικό σκοπό (cause-related marketing). Με όχημά της το φυσικό μεταλλικό νερό «ΖΑΓΟΡΙ» έδωσε την ευκαιρία στον καταναλωτή να βοηθήσει στον συγκεκριμένο σκοπό με μόνη την αγορά του προϊόντος της, στηρίζοντας εμπράκτως με τη σειρά της, σε συνεργασία με την Action Aid, το πρόγραμμα για την υλοποίηση ενός δικτύου ύδρευσης 30 χιλιομέτρων στην περιοχή Γιουσίγκου της Κένυας, δράση η οποία διήρκησε δύο χρόνια.
Η υλοποίηση του έργου αυτού εξασφάλισε καθαρό πόσιμο νερό σε περισσότερους από 43.000 ανθρώπους, οι οποίοι υπέφεραν από την έλλειψή του, καθώς το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της χώρας δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό. Επιπλέον, χάρη σ’ αυτό μειώθηκαν σε σημαντικό βαθμό τα κρούσματα επιδημιών που οφείλονταν στην έλλειψη καθαρού νερού, ενώ ενισχύθηκε ο ρόλος των γυναικών την περιοχής, καθώς αυτές χρίστηκαν υπεύθυνες για τη διαχείριση και τη βιωσιμότητα του έργου.
VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Καθίσταται σαφές, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Daniel Franklin [37] ότι «η ΕΚΕ, η οποία αποτελούσε κάποτε μια δευτερεύουσα δραστηριότητα μιας επιχείρησης, προκειμένου να δείξει ότι επιχειρούσε να πράξει κάτι καλό, αποτελεί σήμερα κυρίαρχη τάση. Ωστόσο, όμως, ακόμα λίγες είναι αυτές, οι οποίες την αναπτύσσουν σωστά». Θα πρέπει, επομένως, οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν την ΕΚΕ ως επένδυση και όχι ως κόστος, δημιουργώντας μιας νέα αγορά μεταξύ των επιχειρήσεων, όπου αυτές θα ανταγωνίζονται όχι μόνο μέσω της τιμής και της ποιότητας των προϊόντων τους, αλλά και μέσω της επιδεικνυόμενης εκ μέρους τους κοινωνικής υπευθυνότητας, [38] ως μιας ύστατης προσπάθειας των σημερινών γενιών να καλύψουν τις ανάγκες τους, χωρίς να βλάπτουν την ευημερία των μελλοντικών [39] μέσω της ενστέρνησης της βιώσιμης ανάπτυξης.
[1] Corporate Social Responsibility (CSR1), ενώ πλέον γίνεται λόγος και για μεταλλαγή αυτού του όρου σε Corporate Social Responsiveness (CSR2) (Εταιρική Κοινωνική Ανταπόκριση).
Μπρώνη, Γ. 2009. Περί Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Επιθεώρηση Τραπεζικού-Αξιογραφικού Χρηματιστηριακού Δικαίου, ΙΖ (3), σελ. 810.
[2] Haski-Leventhal, D. Μανασάκης, Κ. & Θερίου Γ. (Επιμ.). 2018. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: Εργαλεία και θεωρίες για υπεύθυνη διοίκηση (Π. Ρηγοπούλου, Μτφρ.). Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΖΙΟΛΑ, σελ. 11.
[3] Σημειωτέον ότι αρχικώς η καταπολέμηση των φαινομένων αυτών στις Η.Π.Α. επιχειρήθηκε με τη θεσμοθέτηση αντιμονοπωλιακών νόμων (anti-trust laws).
Βαξεβανίδου, Μ. 2011. Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘ.ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, σελ. 32.
[4] Μάλιστα, τη δεκαετία του 1970 υιοθετείται ο όρος «συμμέτοχοι» (stakeholders), ο οποίος αποδίδεται στα ελληνικά ως «ενδιαφερόμενα μέρη» και ο οποίος συμπεριέλαβε σε αυτούς στους οποίους έχουν αντίκτυπο οι δραστηριότητες μιας επιχείρησης και τους ιδιοκτήτες της εταιρείας πέραν από τους μετόχους.
Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 32.
[5] Θα πρέπει να αναφερθεί ότι έως το 1950 η κοινωνική προσφορά των επιχειρήσεων εκδηλωνόταν μέσω της φιλανθρωπίας υπό τη μορφή δωρεών σε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 34.
[6] Μπρώνη, Γ. ό.π., σελ. 811.
[7] Αξίζει να αναφερθεί ότι η ΕΚΕ αναδείχθηκε σε μείζον και εξέχον ζήτημα για τις επιχειρήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. ύστερα από μια σειρά σκανδάλων και λανθασμένων εκστρατειών που έλαβαν χώρα από μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, όπως την Exxon Shipping Company (με την οικολογική καταστροφή που επέφερε στις ακτές της Αλάσκας το ναυάγιο του πλοίου Exxon Valdez, το 1989), τη Shell (υπόθεση Brend Spa το 1995, καθώς και τα αιματηρά επεισόδια στη Νιγηρία, το 1994) τη Nestlé (την παιδική φόρμουλα που απευθυνόταν στην Αφρική και η εργασία ανηλίκων σε φυτείες καφέ και κακάο το 2005), τη Nike (καταναγκαστική εργασία και εργασία ανηλίκων στην Ασία το 2005), η υπόθεση Enron-Arthur Andersen (περί επιβεβαίωσης ψευδών οικονομικών καταστάσεων, το 2001), καθώς και οι εταιρείες Perrier και Coca-cola (για προβλήματα δηλητηριάσεων από την κατανάλωση των προϊόντων τους, το 1990 και το 1999 αντίστοιχα).
Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 55-64.
[8] Haski-Leventhal, ό.π., σελ. 15.
[9] Σωτηρόπουλος, Γ.2019. Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη. Πρακτικά Συνεδρίου από το 3ο Συνέδριο της Εταιρείας Μελέτης Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου (ΕΜΕΟΔ) που διεξήχθη στην Καλαμπάκα 5-6 Οκτωβρίου 2018. Φορέας διεξαγωγής: ΕΜΕΟΔ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 19.
[10] Η ΕΚΕ αποτελεί αντικείμενο πρωτοβουλιών Διεθνών Οργανισμών και φορέων, ενώ τα σχετικά με αυτήν εκδοθέντα κείμενα είναι καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Σωτηρόπουλος,Γ. ό.π.,σελ. 14.
[11] Οι Πράσινες Βίβλοι που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι κείμενα, μη δεσμευτικού χαρακτήρα, που στοχεύουν στην προώθηση του προβληματισμού και στην έναρξη γόνιμου διαλόγου σε ευρωπαϊκό επίπεδο επί θεμάτων όπως το ενιαίο νόμισμα, οι τηλεπικοινωνίες, η κοινωνική πολιτική. Οι διαβουλεύσεις που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της εκάστοτε Πράσινης Βίβλου μπορούν να οδηγήσουν εν συνεχεία στην έκδοση μιας Λευκής Βίβλου, προκειμένου να μετατραπούν τα απότοκα των διαβουλεύσεων σε μέτρα κοινοτικής δράσης.
[12] European Commission (2001), “Green Paper. Promoting a European Framework for Corporate Social Responsibility”(Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη), COM (2001) 366 final, Brussels, 18 July 2001
[13] Μάλιστα, με Ανακοίνωση της Επιτροπής τον Μάρτιο του 2006 (COM, 2006, 136), σημειούται ότι η ΕΚΕ αφορά επιχειρήσεις, οι οποίες αποφασίζουν να προχωρήσουν ένα βήμα πέρα από τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχουν από συλλογικές συμβάσεις προς την υιοθέτηση μέτρων και συγκεκριμένα «…επενδύοντας περισσότερο στο ανθρώπινο δυναμικό, στο περιβάλλον και στις σχέσεις…με τα ενδιαφερόμενα μέρη».
Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ.42.
[14] Ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με Ανακοίνωσή της (COM,2001,366, σελ.21) υποχρεώνει όλες τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες, με προσωπικό το οποίο υπερβαίνει τα 500 άτομα, να δημοσιεύουν ένα «τριπλό αποτέλεσμα» στις ετήσιες εκθέσεις τους προς τους μετόχους, που αφορά στις επιδόσεις τους βάσει οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων.
[15] Εξαίρεση από την αρχή της αυτοδέσμευσης συνιστά η Οδηγία 2014/95/ΕΕ.
[16] Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τα ενδεικνυόμενα κάθε φορά μέτρα εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως το είδος της επιχείρησης, τον κλάδο αυτής, το μέγεθος και την οργάνωσή της, τον τόπο που αυτή δραστηριοποιείται, καθώς και την μορφή του εταιρικού φορέα, γεγονός που καταδεικνύει το ατελέσφορο και αδύνατο μιας ενιαίας θεωρητικής ρύθμισης.
[17] Σωτηρόπουλος, Γ. ό.π., σελ. 20.
[18] Η Οδηγία αυτή, σε συνέχεια της Οδηγίας 2003/51/ΕΚ, αναφέρεται στη διαφάνεια των στοιχείων που δημοσιεύονται από τις επιχειρήσεις και αφορούν σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα.
Σωτηρόπουλος, Γ. ό.π., σελ. 16.
[19] Στην Ελλάδα λειτουργεί από το 2008 το Ελληνικό Δίκτυο για το Οικουμενικό Σύμφωνο του ΟΗΕ (Gobal Compact Network Hellas).
[20] Ανθρώπινα Δικαιώματα
Αρχή 1η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να υποστηρίζουν και να σέβονται την προστασία των διεθνώς διακηρυγμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Αρχή 2η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι δικές τους δραστηριότητες δεν εμπλέκονται σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Συνθήκες εργασίας
Αρχή 3η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και την αποτελεσματική αναγνώριση του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Αρχή 4η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την εξάλειψη κάθε μορφής καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας.
Αρχή 5η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας.
Αρχή 6η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να προασπίζουν την εξάλειψη των διακρίσεων στις προσλήψεις και την απασχόληση.
Περιβάλλον
Αρχή 7η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ακολουθούν προληπτική προσέγγιση ως προς τις περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Αρχή 8η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής υπευθυνότητας.
Αρχή 9η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και διάδοση τεχνολογιών που είναι φιλικές προς το περιβάλλον.
Καταπολέμηση της Διαφθοράς
Αρχή 10η: Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αντιτίθενται σε κάθε μορφής διαφθορά, συμπεριλαμβανομένων του εκβιασμού και της δωροδοκίας.
https://www.unglobalcompact.org/what-is-gc/mission/principles
[21] UNCAC (United Nations Convention against Corruption)
[22] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 18.
[23] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 17.
[24] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 18.
[25] Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ.43-44.
[26] Τσαντίλας, Π. 2005. Η νομική οριοθέτηση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης: προς αναζήτηση ενός ηθικού καπιταλισμού. Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιρειών, 11 (3), σελ. 294
[27] Αυτός είναι και ο γενεσιουργός λόγος της δημιουργίας και ανάπτυξης διάφορων οικολογικών και κοινωνικών σημάτων τα τελευταία χρόνια, τα οποία φέρονται πάνω στα προϊόντα, όπως το ευρωπαϊκό λουλούδι, ο μπλε άγγελος, ο κύκλος της Νορβηγίας, το Forest Stewardship Council (FSC), το σήμα του Programme for the Endorsement of Forest Certification schemes (PEFC) και το Cruelty free International.
[28] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 21.
[29] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 22.
[30] Πολυζωίδης, Π. 2009. Ο θεσμός της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δικαιώματα του ανθρώπου, 11 (44), σελ. 1250-1251.
[31] Τσαντίλας, Π. ό.π., σελ. 294.
[32] Ο όρος εισήχθη από τον John Elkington το 1994.
[33] Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 128-130.
[34] Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 130-152.
[35] Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 153-168.
[36] Βαξεβανίδου, Μ. ό.π., σελ. 171-184.
[37] Franklin. D, 2008. Just good business. The Economist, 19η January 2008, σελ. 1
[38] Σωτηρόπουλος, Γ., ό.π., σελ. 20.
[39] Τσαντίλας, Π. ό.π., σελ. 290.